αισθητήριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αισθητήριος αισθητήρια αισθητήριο
γενική αισθητήριου αισθητήριας αισθητήριου
αιτιατική αισθητήριο αισθητήρια αισθητήριο
κλητική αισθητήριε αισθητήρια αισθητήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αισθητήριοι αισθητήριες αισθητήρια
γενική αισθητήριων αισθητήριων αισθητήριων
αιτιατική αισθητήριους αισθητήριες αισθητήρια
κλητική αισθητήριοι αισθητήριες αισθητήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αισθητήριος < αρχαία ελληνική αἰσθητήριον

Open book 01.svg Επίθετο[]

αισθητήριος

  1. ο σχετικός με τις αισθήσεις
    αισθητήρια όργανα είναι τα μάτια, η μύτη, τα αυτιά, το δέρμα και η γλώσσα
  2. (ουσιαστικοποιημένο) ουδέτερο αισθητήριο:

32πχ Μεταφράσεις[]