αισθητήριος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αισθητήριος < αρχαία ελληνική αἰσθητήριος
Επίθετο [
]
αισθητήριος
- ο σχετικός με τις αισθήσεις
- αισθητήρια όργανα είναι τα μάτια, η μύτη, τα αυτιά, το δέρμα και η γλώσσα
- (το ουδέτερο) αντίληψη και εκτίμηση καταστάσεων
- το λαϊκό αισθητήριο λειτούργησε και στις εκλογές τον "μαύρισαν"
Μεταφράσεις [
]
Μεταφράσεις= [
]
διανοητική αντίληψη