αιτία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
αιτία > αρχαία ελληνική αἰτία
Ουσιαστικό
αιτία θηλυκό
- το γεγονός που προκάλεσε ένα αποτέλεσμα
Πίνακας περιεχομένων |
αιτία > αρχαία ελληνική αἰτία
αιτία θηλυκό