αιφνιδιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αιφνιδιάζω < αιφνίδιος
Ρήμα [
]
αιφνιδιάζω
- κάνω κάτι χωρίς να το περιμένει κανείς, ξαφνιάζω κάποιον
- η πρόταση νόμου από την αντιπολίτευση αιφνιδίασε την κυβέρνηση
- (ειδικότερα) επιτίθεμαι σε αντίπαλο την ώρα που εκείνος είναι ανέτοιμος να αμυνθεί
- η ομάδα καταδρομών με νυχτερινή έφοδο αιφνιδίασε τον εχθρό
[
]
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
αιφνιδιάζω