αιφνιδιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αιφνιδιασμός αιφνιδιασμοί
γενική αιφνιδιασμού αιφνιδιασμών
αιτιατική αιφνιδιασμό αιφνιδιασμούς
κλητική αιφνιδιασμέ αιφνιδιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αιφνιδιασμός < αιφνιδιάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αιφνιδιασμός αρσενικό

  • έκπληξη που προκαλείται από απρόοπτη, απρόσμενη πράξη κάποιου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]