αιχμηρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αιχμηρός < αιχμή
Επίθετο [
]
αιχμηρός
- μυτερός, που καταλήγει σε αιχμή.
- (μτφ.) οδυνηρός