ακεραιότητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ακεραιότητα
γενική ακεραιότητας
αιτιατική ακεραιότητα
κλητική ακεραιότητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακεραιότητα < ελληνιστική κοινή ἀκεραιότης < αρχαία ελληνική ἀκέραιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ακεραιότητα θηλυκό

  1. η απόλυτη εντιμότητα μιας προσωπικότητας
    η ακεραιότητα των δικαστικών λειτουργών είναι ιδιαίτερα σημαντική
  2. η σωματική αρτιμέλεια
    φοβήθηκα για την ακεραιότητά του όταν έμαθα ότι ήρθε στα χέρια με έναν παλαιστή

32πχ Μεταφράσεις[]