ακμαίος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ακμαίος | ακμαία | ακμαίο |
| γενική | ακμαίου | ακμαίας | ακμαίου |
| αιτιατική | ακμαίο | ακμαία | ακμαίο |
| κλητική | ακμαίε | ακμαία | ακμαίο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ακμαίοι | ακμαίες | ακμαία |
| γενική | ακμαίων | ακμαίων | ακμαίων |
| αιτιατική | ακμαίους | ακμαίες | ακμαία |
| κλητική | ακμαίοι | ακμαίες | ακμαία |
[
]
Ετυμολογία
- ακμαίος < αρχαία ελληνική ἀκμαῖος
[
]
Προφορά
[
]
Επίθετο
ακμαίος -α -ο
- που βρίσκεται στην ακμή του, που ακμάζει
- ένας ακμαίος πολιτισμός
- δυνατός, ισχυρός, με σωματικές και πνευματικές δυνάμεις
- παρά τα χρόνια του παραμένει ακόμα ακμαίος
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ακμαίος