ακολουθία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ακολουθία | ακολουθίες |
| γενική | ακολουθίας | ακολουθιών |
| αιτιατική | ακολουθία | ακολουθίες |
| κλητική | ακολουθία | ακολουθίες |
Ετυμολογία [
]
- ακολουθία < ἀκόλουθος
Ουσιαστικό [
]
ακολουθία θηλυκό
- η λογική σειρά σκέψης, λόγου και πράξης, η συνεχής και συνεκτική διαδοχή τους
- το κείμενό σου δεν έχει ακολουθία, άρα δε θα πείσει
- η ομάδα ανθρώπων που ακολουθεί ή συνοδεύει σημαντικά (συνήθως) πρόσωπα
- ακολουθία των χρόνων: η συντακτική σχέση και συμφωνία των ρημάτων ανάμεσα την κύρια και τη δευτερεύουσα (εξαρτημένη) πρόταση που καθορίζεται από κανόνες
- σύμφωνα με την ακολουθία των χρόνων, η δευτερεύουσα εκφέρεται με Ευκτική του πλαγίου λόγου, διότι εξαρτάται από ρήμα ιστορικού χρόνου
- η ιεροτελεστία με λατρευτικό χαρακτήρα, τακτική ή έκτακτη, καθορίζεται από το τυπικό της Εκκλησίας και σχετίζεται με τη Θεία Λειτουργία
- οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας έχουν κατανυκτικό χαρακτήρα
- (μαθηματικά) κάθε συνάρτηση που έχει σαν πεδίο ορισμού το σύνολο των φυσικών αριθμών