ακολουθώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ακολουθώ < καθαρεύουσα ἀκολουθῶ < αρχαία ελληνική ἀκολουθέω-ῶ < ἀκόλουθος < α αθροιστικό + κέλευθος (οδός, πορεία)

[] Open book 01.svg Ρήμα

ακολουθώ

  1. πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
    της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας
  2. διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
    μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή
    • (μεταφορικά) ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο
      ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς/ δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος
    • (μεταφορικά) για την εξέλιξη ενός μεγέθους
      φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών
  3. είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
    μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη
  4. έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
    ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες