ακολουθώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ακολουθώ < καθαρεύουσα ἀκολουθῶ < αρχαία ελληνική ἀκολουθέω-ῶ < ἀκόλουθος < α αθροιστικό + κέλευθος (οδός, πορεία)
[
]
Ρήμα
ακολουθώ
- πηγαίνω πίσω από κάποιον άλλον διανύοντας την ίδια διαδρομή με αυτόν
- της είχε γίνει έμμονη ιδέα και τον ακολουθούσε όπου πήγαινε κατά πόδας
- διανύω μια προκαθορισμένη διαδρομή προσέχοντας να μην ξεφύγω από αυτήν
- μπορείς να ακολουθήσεις μια συντομότερη διαδρομή
- (μεταφορικά) ενεργώ σύμφωνα με μια αρχή ή ένα πρότυπο
- ακολουθώ την καρδιά μου / ακολουθώ τον δρόμο της καρδιάς/ δεν ακολουθώ τη γραμμή κανενός κόμματος
- (μεταφορικά) για την εξέλιξη ενός μεγέθους
- φθίνουσα πορεία ακολουθεί ο πληθυσμός των μικρών νησιών
- είμαι ο επόμενος σε μια ακολουθία στοιχείων
- μετά την πρώτη φάση του PSI ακολουθεί η δεύτερη
- έρχομαι ως συνέπεια προηγούμενων γεγονότων
- ποιος ξέρει τι θα ακολουθήσει μετά τις σημερινές εξελίξεις