ακράτεια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ακράτεια | ακράτειες |
| γενική | ακράτειας | ακρατειών |
| αιτιατική | ακράτεια | ακράτειες |
| κλητική | ακράτεια | ακράτειες |
[
]
Ετυμολογία
- ακράτεια < ἐκράτεια < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική incontinence
[
]
Ουσιαστικό
ακράτεια θηλυκό
[
]
[
]
Μεταφράσεις
ακράτεια