ακροβολιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ακροβολιστής ακροβολιστές
γενική ακροβολιστή ακροβολιστών
αιτιατική ακροβολιστή ακροβολιστές
κλητική ακροβολιστή ακροβολιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ακροβολιστής < αρχαία ελληνική ἀκροβολιστής < ἀκροβόλος < ἄκρος + βάλλω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ακροβολιστής αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) στρατιώτης που πολεμά σε αραιή διάταξη, δηλαδή του οποίου η μονάδα έχει διασκορπιστεί σε ολόκληρο το πεδίο μάχης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]