ακρωνύμιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ακρωνύμιο < ακρωνύμιον < ακρώνυμον < άκρος + αιολικό όνυμα (= όνομα) που κατά λέξη σημαίνει «όνομα από τα άκρα»
Ουσιαστικό
ακρωνύμιο ουδέτερο και ακρώνυμο
- συντομευμένη μορφή (συντομομορφή) ενός πολυλεκτικού όρου ή ονόματος (π.χ. επωνυμίας) που σχηματίζεται από τα αρχικά γράμματα ή από ορισμένες συλλαβές του πλήρους όρου ή ονόματος και προφέρεται συλλαβικά σαν κανονική λέξη. Γενικά, τα γράμματα ενός ακρωνυμίου γράφονται κεφαλαία και κανονικά, χωρίς τελείες ανάμεσα τους.
- ΤΑΧΥΚΩΔ: ΤΑΧΥδρομικός ΚΩΔικας (προφ. [ταχικόδ])
- ΔΕΗ: Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού (προφέρεται: [δεή])
- ΔΗΠΕΘΕ: Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο (προφέρεται: [διπεθέ])
- ΟΗΕ: Oργανισμός Hνωμένων Eθνών (προφέρεται: [οηέ])
Σημειώσεις
- Ο ορισμός είναι σύμφωνος με το Διεθνές Πρότυπο ISO 1087-1:2000 και το αντίστοιχο Ελληνικό Πρότυπο ΕΛΟΤ 561.1:2006.
- Η διάκριση του ακρωνυμίου/ακρωνύμου από το οιονεί συνώνυμό του αρκτικόλεξο, είναι ότι το πρώτο προφέρεται συλλαβικά σαν οποιαδήποτε κανονική λέξη, ενώ το δεύτερο προφέρεται με διαδοχική απαγγελία των ονομάτων των γραμμάτων του.
- Η διάκριση και των δύο (ακρωνυμίου/ακρωνύμου και αρκτικολέξου) από τη συντομογραφία είναι ότι η τελευταία δεν προφέρεται σύντομα αλλά μόνο γράφεται:
- κτλ., πρβλ. (προφορά: και τα λοιπά, παράβαλε) - συντομογραφίες
- ΑΕΙ, ΕΛΚΕΠΑ (προφορά: αεΐ, ελκεπά) - ακρώνυμα
- ΙΧ, ΔΣ (προφορά: γιώτα χι, δέλτα σίγμα) - αρκτικόλεξα
Συνώνυμα
- ακρώνυμο (ταυτόσημο)
- αρκτικόλεξο (οιονεί συνώνυμο)