ακρωτηριασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακρωτηριασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ακρωτηριάζω

Open book 01.svg Μετοχή[]

ακρωτηριασμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: ακρωτηριάζω

32πχ Μεταφράσεις[]