ακόρντο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ακόρντο | ακόρντα |
| γενική | ακόρντου | ακόρντων |
| αιτιατική | ακόρντο | ακόρντα |
| κλητική | ακόρντο | ακόρντα |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
ακόρντο ουδέτερο
Μεταφράσεις [
]
ακόρντο
|
→ δείτε τη λέξη: συγχορδία |