αλήτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀλήτης, ἀλείτης, ἀλύτης

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλήτης αλήτες
γενική αλήτη αλητών
αιτιατική αλήτη αλήτες
κλητική αλήτη αλήτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλήτης < αρχαία ελληνική ἀλήτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αλήτης αρσενικό και αλήτισσα το θηλυκό

  1. κακός χαρακτήρας, που εκμεταλλεύεται άλλους ανθρώπους
  2. άτομο που ζει στο περιθώριο, χωρίς εμφανή εισοδήματα, συχνά ρακένδυτο, που ίσως επαιτεί ή έχει αδήλωτους τρόπους να επιβιώνει, και που παράλληλα έχει κακό χαρακτήρα

32πχ Μεταφράσεις[]