αλαλιασμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλαλιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αλαλιάζω

Open book 01.svg Μετοχή[]

αλαλιασμένος, -η, -ο

  • που έχει αλαλιάσει, έχει χάσει την ψυχραιμία του και σχεδόν τα λογικά του, ο πολύ ταραγμένος, ιδιαίτερα θορυβημένος
    Ήρθε στο σπίτι αλαλιασμένος με το κακό που τον βρήκε. Είδα κι έπαθα να τον συνεφέρω


32πχ Μεταφράσεις[]