αλαμπουρνέζικα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αλαμπουρνέζικα < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο στον πληθυντικό του επιθέτου αλαμπουρνέζικος
[
]
Ουσιαστικό
αλαμπουρνέζικα ουδέτερο πληθυντικός
- γλώσσα ακατανόητη, λόγια χωρίς νόημα
[
]
Μεταφράσεις
αλαμπουρνέζικα