αλεύρι

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

αλεύρι < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)

Ουσιαστικό

αλεύρι ουδέτερο

Εκφράσεις

  • ακριβός στα πίτουρα και φθηνός στο αλεύρι : για κάποιον που ξοδεύει πολλά σε μη σημαντικά πράγματα και λίγα στα πιο σημαντικά


Μεταφράσεις