αληθινός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | αληθινός | αληθινή | αληθινό |
| γενική | αληθινού | αληθινής | αληθινού |
| αιτιατική | αληθινό | αληθινή | αληθινό |
| κλητική | αληθινέ | αληθινή | αληθινό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | αληθινοί | αληθινές | αληθινά |
| γενική | αληθινών | αληθινών | αληθινών |
| αιτιατική | αληθινούς | αληθινές | αληθινά |
| κλητική | αληθινοί | αληθινές | αληθινά |
Ετυμολογία [
]
- αληθινός < αρχαία ελληνική ἀληθινός
Επίθετο [
]
αληθινός -ή -ό
- που ανταποκρίνεται στην αλήθεια, που δεν περιέχει ψεύδη ή υποκρισία
- αληθινά λόγια, αληθινή αγάπη
- (για αντικείμενα) πραγματικός, γνήσιος
- αληθινά μαργαριτάρια
- (για πρόσωπα) πραγματικός, γνήσιος, που ανταποκρίνεται στο ιδανικό
- ένας αληθινός ήρωας
- (με οριστικό άρθρο, για πρόσωπα) ο πραγματικός, αυτός που στην πραγματικότητα έχει την αναφερόμενη ιδιότητα
-
- γνώρισε τους αληθινούς γονείς του σε μεγάλη ηλικία