αλκοόλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλκοόλη αλκοόλες
γενική αλκοόλης αλκοολών
αιτιατική αλκοόλη αλκοόλες
κλητική αλκοόλη αλκοόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αλκοόλη < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αλκοόλη θηλυκό

  1. (χημεία) οποιαδήποτε οργανική ένωση που περιέχει ένα ή περισσότερα υδροξύλια ή υδροξυομάδες (-OH), συνδεμένα με άτομο άνθρακα και εφόσον το υδροξύλιο είναι η κύρια χαρακτηριστική ομάδα της ένωσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]