αλλά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αλλά < αρχαία ελληνική ἀλλά
[
]
Προφορά
[
]
Σύνδεσμος
αλλά αντιθετικός σύνδεσμος
- χρησιμοποιείται για να δηλώσει ότι ο όρος ή η πρόταση που ακολουθεί έχει αντίθετο περιεχόμενο από τον όμοιο συντακτικά όρο ή πρόταση που προηγείται
- είναι έξυπνος αλλά τεμπέλης
- θα πάω διακοπές το καλοκαίρι, αλλά μετά με περιμένει πολλή δουλειά