αλλαντίαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αλλαντίαση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αλλαντίαση θηλυκό
- (ιατρική) δηλητηρίαση από κατανάλωση αλλαντικών που δεν έχουν συντηρηθεί σωστά
[
]
Μεταφράσεις
αλλαντίαση