αλληλεγγύη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αλληλεγγύη < ελληνιστική κοινή ἀλληλεγγύη < ἀλληλ- + ἐγγύη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αλληλεγγύη θηλυκό

  1. η συμπαράσταση σε δοκιμαζόμενους συνανθρώπους
  2. η αλληλοβοήθεια και το αίσθημα ενότητας μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα και στόχους.

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]