αλληλεγγύη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αλληλεγγύη < {αλληλοβοήθεια , αλληλοκαταννόηση / η εγγύηση και συναίσθηση αμοιβαίων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων}
[
]
Ουσιαστικό
αλληλεγγύη θηλυκό
- το ηθικό καθήκον, η υποχρέωση που έχουν τα μέλη μιας ομάδας να αλληλοϋποστηρίζονται και να αλληλοβοηθούνται
[
]
Μεταφράσεις
αλληλεγγύη