αλληλεπίδραση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- αλληλεπίδραση < ἀλληλεπίδρασις
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
αλληλεπίδραση θηλυκό
- η αμοιβαία επίδραση μεταξύ δύο προσώπων ή συστημάτων
- η αλληλεπίδραση του φαρμάκου με το αλκοόλ μπορεί να προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες
Μεταφράσεις [
]
αλληλεπίδραση