αλουμινόχαρτων
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή ουσιαστικού [
]
αλουμινόχαρτων ουδέτερο
- αλουμινόχαρτο, στη γενική του πληθυντικού
αλουμινόχαρτων ουδέτερο