αλυσίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

μέρος μιας αλυσίδας
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλυσίδα αλυσίδες
γενική αλυσίδας αλυσίδων
αιτιατική αλυσίδα αλυσίδες
κλητική αλυσίδα αλυσίδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αλυσίδα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

αλυσίδα

  • σειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους
    φορούσε λεπτές χρυσές αλυσίδες στο λαιμό
  • σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται
    δεν συχνάζω τις μεγάλες αλυσίδες, προτιμώ τα μικρά γειτονικά μαγαζιά
  • σειρά πραγμάτων που συνδέονται ή εξαρτώνται το ένα από το άλλο
    τροφική αλυσίδα, αλυσίδα γεγονότων

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

αλυσιδωτός, αλυσοδένω, αλυσοδέσμιος, αλυσόδετος

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες