αλυσίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αλυσίδα | αλυσίδες |
| γενική | αλυσίδας | αλυσίδων |
| αιτιατική | αλυσίδα | αλυσίδες |
| κλητική | αλυσίδα | αλυσίδες |
[
]
Ετυμολογία
- αλυσίδα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αλυσίδα
- σειρά μεταλλικών κρίκων συνδεδεμένων μεταξύ τους
- φορούσε λεπτές χρυσές αλυσίδες στο λαιμό
- σύνολο καταστημάτων με το ίδιο όνομα τα οποία η ίδια εταιρία διαχειρίζεται
- δεν συχνάζω τις μεγάλες αλυσίδες, προτιμώ τα μικρά γειτονικά μαγαζιά
- σειρά πραγμάτων που συνδέονται ή εξαρτώνται το ένα από το άλλο
- τροφική αλυσίδα, αλυσίδα γεγονότων
[
]
αλυσιδωτός, αλυσοδένω, αλυσοδέσμιος, αλυσόδετος