αλυσοπρίονο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αλυσοπρίονο αλυσοπρίονα
γενική αλυσοπρίονου αλυσοπρίονων
αιτιατική αλυσοπρίονο αλυσοπρίονα
κλητική αλυσοπρίονο αλυσοπρίονα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αλυσοπρίονο < άλυσος + πριόνιον

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.li.sɔ.ˈpɾi.ɔ.nɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

εργάτης κόβει κορμό με αλυσοπρίονο

αλυσοπρίονο ουδέτερο

  • μηχανικό πριόνι με δόντια φτιαγμένα σε αλυσίδα, που χρησιμοποιείται κυρίως για το κόψιμο δέντρων


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες