αμέσως
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αμέσως < αρχαία ελληνική ἄμεσος
[
]
Επίρρημα
αμέσως
- την ίδια στιγμή, ευθύς
[
]
Μεταφράσεις
αμέσως