αμειψισπορά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμειψισπορά αμειψισπορές
γενική αμειψισποράς αμειψισπορών
αιτιατική αμειψισπορά αμειψισπορές
κλητική αμειψισπορά αμειψισπορές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμειψισπορά < αμειψ- (< αμείβω) + σπορά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.mi.psi.spɔ.ˈɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αμειψισπορά θηλυκό

  1. (γεωπονία) η διαδοχική καλλιέργεια διάφορων φυτών στο ίδιο χωράφι

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]