αμερόληπτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αμερόληπτος < α- στερητικό+ μεροληπτώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αμερόληπτος -η -ο

  • που δεν μεροληπτεί όταν πρόκειται να πάρει κάποια απόφαση που αφορά σε δύο αντιπάλους, διαδίκους κλπ
οι δύο πλευρές αναζητούν έναν αμερόληπτο επιδιαιτητή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]