αμινοξύ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
αμινοξύ ουδέτερο, (πληθυντικός: αμινοξέα)
- Οποιαδήποτε οργανική ένωση περιέχει μία ή περισσότερες αμινομάδες (-ΝΗ2) και ένα ή περισσότερα καρβοξύλια (-COOH). Διακρίνονται σε α-αμινοξέα, β-αμινοξέα, γ-αμινοξέα κ.ο.κ. ανάλογα με το σε ποιό άτομο άνθρακα -μετά το καρβοξύλιο- βρίσκεται η αμινομάδα. Τα α-αμινοξέα (δηλαδή αυτά που έχουν την αμινομάδα και το καρβοξύλιο στο ίδιο άτομο άνθρακα) αποτελούν τα δομικά συστατικά των πρωτεϊνών. Διακρίνονται σε απαραίτητα αμινοξέα και σε μη απαραίτητα αμινοξέα.
[
]
Δείτε επίσης
- αλανίνη
- αργινίνη
- ασπαραγίνη
- ασπαραγινικό οξύ
- βαλίνη
- γλουταμίνη
- γλουταμινικό οξύ
- γλυκίνη
- θρεονίνη
- ισολευκίνη
- ιστιδίνη
- κυστεΐνη
- λευκίνη
- λυσίνη
- μεθειονίνη
- προλίνη
- σερίνη
- τυροσίνη
- τρυπτοφάνη
- φαινυλαλανίνη
[
]
Μεταφράσεις
αμινοξύ
