αμόλυντος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική αμόλυντος αμόλυντη αμόλυντο
γενική αμόλυντου αμόλυντης αμόλυντου
αιτιατική αμόλυντο αμόλυντη αμόλυντο
κλητική αμόλυντε αμόλυντη αμόλυντο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμόλυντοι αμόλυντες αμόλυντα
γενική αμόλυντων αμόλυντων αμόλυντων
αιτιατική αμόλυντους αμόλυντες αμόλυντα
κλητική αμόλυντοι αμόλυντες αμόλυντα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αμόλυντος < α- στερητικό + μολύνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /a.ˈmɔ.lin.dɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.ˈmɔ.lin.di/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.ˈmɔ.lin.dɔ/ ουδέτερο

[] Open book 01.svg Επίθετο

αμόλυντος, -η, -ο

  1. που δεν έχει μολυνθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μαγαρισμένος
  2. (μεταφορικά) που είναι αγνός ηθικά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αμίαντος, άσπιλος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει σεξουαλική επαφή

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη