αμόνι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αμόνι | αμόνια |
| γενική | αμονιού | αμονιών |
| αιτιατική | αμόνι | αμόνια |
| κλητική | αμόνι | αμόνια |
[
]
Ετυμολογία
- αμόνι < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αμόνι ουδέτερο
- μεταλλικό ή πέτρινο εργαλείο των σιδηρουργών, που στηρίζεται σε σταθερό σημείο και πάνω του γίνεται η σφυρηλάτηση