αν
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- < αρχαία ελληνική ἄν < ἐάν
Προφορά
Σύνδεσμος
αν και εάν
- (υποθετικός σύνδεσμος) που εισάγει προϋπόθεση, ή συνθήκη
- Αν δε βρέχει, θα πάμε βόλτα.
- που εισάγει ερώτηση, απορία ή αμφιβολία
- Με ρώτησε αν γνωρίζω κάτι σχετικά.
- Δεν ξέρω αν θέλω.
- (κυρίως στον προφορικό λόγο) αντί των όταν, μόλις, σαν, άμα
- Αν φτάσεις, πάρε με τηλέφωνο.
Εκφράσεις
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
|
|