ανάκληση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ανάκληση
γενική ανάκλησης
& ανακλήσεως
αιτιατική ανάκληση
κλητική ανάκληση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανάκληση < αρχαία ελληνική ἀνάκλησις < ἀνακαλέω-ἀνακαλῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανάκληση θηλυκό

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανακαλώ, καλώ κάποιον (ή μια απόφαση) πίσω, συνήθως για κάτι επίσημο
    ανάκληση διπλωματικών υπαλλήλων
    ανάκληση διατάγματος
    ανάκληση μαρτυρικής κατάθεσης
    ανάκληση μετάταξης-διορισμού
  2. η απόσυρση προϊόντων (συνήθως ή προβληματικών ή πιθανώς ελαττωματικών) από την αγορά και η συγκέντρωσή τους στο εργοστάσιο παραγωγής
    Στην ανάκληση 6 εκατομμυρίων οχημάτων της προχώρησε η Τογιότα
  3. η επαναφορά μιας ανάμνησης στη μνήμη


32πχ Μεταφράσεις[]