ανάλατος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ανάλατος < μεσαιωνική ελληνική < α- στερητικό + αλάτι
[
]
Επίθετο
ανάλατος, -η, -ο
- που δεν έχει καθόλου αλάτι
- που δεν είναι επαρκώς αλατισμένος
- (μεταφορικά) για λόγια ή αστεία που δεν περιέχουν κάτι έξυπνο