ανάσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάσα ανάσες
γενική ανάσας
αιτιατική ανάσα ανάσες
κλητική ανάσα ανάσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ανάσα < ανασαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ανάσα θηλυκό

  1. η αναπνοή
    Πάρε μια βαθιά ανάσα και βούτα
  2. η εκπνοή
    καυτή ανάσα
  3. η ξεκούραση, η μικρή ανακούφιση
    Βγήκα στο μπαλκόνι να πάρω μια ανάσα γιατί με τρελάνανε τα παιδιά
    Είπαν για κοινωνικό μέρισμα και χάρηκα ότι θα παίρναμε μια ανάσα αλλά αυτό ούτε πουρμπουάρ δεν είναι άμα το διαιρέσεις -χώρια που δεν το έδωσαν κιόλας

32πχ Μεταφράσεις[]