ανέκφραστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανέκφραστος ανέκφραστη ανέκφραστο
γενική ανέκφραστου ανέκφραστης ανέκφραστου
αιτιατική ανέκφραστο ανέκφραστη ανέκφραστο
κλητική ανέκφραστε ανέκφραστη ανέκφραστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανέκφραστοι ανέκφραστες ανέκφραστα
γενική ανέκφραστων ανέκφραστων ανέκφραστων
αιτιατική ανέκφραστους ανέκφραστες ανέκφραστα
κλητική ανέκφραστοι ανέκφραστες ανέκφραστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέκφραστος < ελληνιστική κοινή ἀνέκφρασστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανέκφραστος

  1. που η έκφρασή του δεν φανερώνει τα συναισθήματά του ή και που δεν τρέφει πιθανόν κάποια συναισθήματα εκείνη τη στιγμή για ό,τι συμβαίνει
  2. που δεν εκφράσθηκε, δεν εκδηλώθηκε με λόγια ή με πράξεις
    ...ένας κόσμος ολόκληρος από αισθήματα έμεινε ανέκφραστος, σκεπασμένος για πάντα από το τεράστιο σάβανο του λογιοτατισμού και της ρητορικής καλλιέπειας (Γ. Σεφέρης)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]