αναίμακτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναίμακτος < αρχαία ελληνική ἀναίμακτος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αναίμακτος

  1. που γίνεται χωρίς αίμα, χωρίς αιματοχυσία
  2. (μεταφορικά) χωρίς τη χρήση βίας ή χωρίς να υπάρχουν απώλειες, αντίποινα και λοιπά

32πχ Μεταφράσεις[]