αναβαλλόμενος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αναβαλλόμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναβάλλω
[
]
Μετοχή
αναβαλλόμενος
[
] Εκφράσεις
του ψέλνει τον αναβαλλόμενο : τον επιπλήττει αυστηρά
- Η φράση έχει τις ρίζες της στην αρχή του εκτεταμένου ψαλμού 103 « Τῷ Δαυῒδ ».
- Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον. Κύριε ὁ Θεός μου, ἐμεγαλύνθης σφόδρα, ἐξομολόγησιν καὶ μεγαλοπρέπειαν ἐνεδύσω ἀναβαλλόμενος φῶς ὡς ἱμάτιον...