αναβολισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναβολισμός αναβολισμοί
γενική αναβολισμού αναβολισμών
αιτιατική αναβολισμό αναβολισμούς
κλητική αναβολισμέ αναβολισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναβολισμός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αναβολισμός αρσενικό

  • η λειτουργία του οργανισμού κατά την οποία χρησιμοποιεί τα απλούστερα συστατικά (που προήλθαν από τον καταβολισμό των ουσιών που έχει προσλάβει), για να συνθέσει πολυπλοκότερες ενώσεις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Υπερώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]