αναγωγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | αναγωγή | αναγωγές |
| γενική | αναγωγής | αναγωγών |
| αιτιατική | αναγωγή | αναγωγές |
| κλητική | αναγωγή | αναγωγές |
[
]
Ετυμολογία
- αναγωγή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αναγωγή θηλυκό