αναερόβιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αναερόβιος αναερόβια αναερόβιο
γενική αναερόβιου αναερόβιας αναερόβιου
αιτιατική αναερόβιο αναερόβια αναερόβιο
κλητική αναερόβιε αναερόβια αναερόβιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναερόβιοι αναερόβιες αναερόβια
γενική αναερόβιων αναερόβιων αναερόβιων
αιτιατική αναερόβιους αναερόβιες αναερόβια
κλητική αναερόβιοι αναερόβιες αναερόβια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναερόβιος < (απόδοση του γαλλικού όρου) anaérobie που σχηματίστηκε από λέξεις από την αρχαία ελληνική : στερητικό α + ἀήρ + βίος

Open book 01.svg Επίθετο[]

αναερόβιος

  • αυτός που μπορεί να αναπαραχθεί και να επιβιώσει χωρίς να του είναι απαραίτητη η παρουσία οξυγόνου
αναερόβιος μικροοργανισμός


32πχ Μεταφράσεις[]