αναιδής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αναιδής αναιδής αναιδές
γενική αναιδούς αναιδούς αναιδούς
αιτιατική αναιδή αναιδή αναιδές
κλητική αναιδή(ς) αναιδής αναιδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναιδείς αναιδείς αναιδή
γενική αναιδών αναιδών αναιδών
αιτιατική αναιδείς αναιδείς αναιδή
κλητική αναιδείς αναιδείς αναιδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναιδής < αρχαία ελληνική ἀναιδής < ἀν- στερητικό + αἰδώς

Open book 01.svg Επίθετο[]

αναιδής, -ής, -ές

  1. αυτός που δεν αισθάνεται ντροπή, δεν έχει τρόπους, δεν σέβεται, θρασύς, αδιάντροπος

32πχ Μεταφράσεις[]