ανακαλύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανακαλύπτω < αρχαία ελληνική ἀνακαλύπτω < ἀνά + καλύπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανακαλύπτω

  • βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι που προϋπήρχε, αλλά κανείς δεν ήξερε
    Ο Χριστόφορος Κολόμβος ἀνακάλυψε την Αμερική
  • βρίσκω τυχαία ή έπειτα από έρευνες κάτι κρυμμένο ή χαμένο
    Ανακάλυψε το χαμένο θησαυρό
  • μαθαίνω για την ύπαρξη κάποιου (ανθρώπου, αντικειμένου κ.λπ.) όχι πολύ γνωστού, που πριν δεν ήξερα
    Ανακάλυψα ένα μαγαζί με φτηνά ρούχα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]