ανακούφιση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ανακούφιση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /a.na.ˈku.fi.si/
[
]
Ουσιαστικό
ανακούφιση θηλυκό
- η απαλλαγή από μια δυσάρεστη κατάσταση, συναίσθηση κλπ.
- ανακούφιση από τον πόνο
- η αίσθηση που νιώθει κανείς μετά από τέτοια απαλλαγή
- όταν έμαθα ότι δεν απολύομαι, ένιωσα μεγάλη ανακούφιση