αναλογίζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναλογίζομαι < αρχαία ελληνική ἀναλογίζομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναλογίζομαι

  1. επανεξετάζω, ξανασκέφτομαι κάτι, συχνά με δέος ή άγχος, λογαριάζω, υπολογίζω όλες τις παραμέτρους, συνυπολογίζω όλους τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν κάτι, σκέφτομαι σοβαρά κάτι
    Δεν παντρεύτηκε τελικά γιατί αναλογίστηκε τις ευθύνες
  2. ξαναθυμάμαι, αλλά συνήθως με κάποιο δέος και θαυμασμό, και όχι τόσο με τόση νοσταλγία, φέρνω στο νου μου
    Αναλογίζομαι καμιά φορά τα μικράτα μας στην κατοχή... Πώς τα έβγαλαν πέρα οι πατεράδες μας, οι μανάδες μας, εμείς; Τι εποχές κι αυτές...

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]