ανανάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανανάς ανανάδες
γενική ανανά ανανάδων
αιτιατική ανανά ανανάδες
κλητική ανανά ανανάδες
ανανάς κομμένος στα δύο

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ανανάς < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ανανάς αρσενικό

  1. τροπικό φυτό καταγόμενο από την Νότια Αμερική
  2. ο καρπός αυτού του φυτού

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες