αναπαύομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ρήμα
αναπαύομαι
- ξεκουράζομαι ή κοιμάμαι για μεσημέρι, την ώρα της μεσημεριανής ανάπαυσης ή τη νύχτα
- "Δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα, αναπαύεται"
- (μεταφορικά) για τον θάνατο, την ξεκούραση από τα βάρη της ζωής
- "Εἰς τὴν κατάπαυσίν σου, Κύριε, ὅπου πάντες οἱ Ἅγιοί σου ἀναπαύονται, ἀνάπαυσον καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ δούλου σου"
- (ειρωνικά) για παραμέληση υποχρεώσεων
- Μπα! Αναπαύεσαι βλέπω! Και ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια;
- στηρίζομαι σε κάποιον
- Μην αναπαύεσαι επάνω του, δεν έχει μπέσα (μην επαναπαύεσαι)
[
] Εκφράσεις
- αναπαύομαι στις δάφνες μου: επαναπαύομαι στις προηγούμενες επιτυχίες μου και δεν προχωρώ σε νέες ενέργειες
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
αναπαύομαι
|