αναπηδώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αναπηδώ < {{αρχ}] ἀναπηδάω-ἀναπηδῶ

Open book 01.svg Ρήμα[]

αναπηδώ , παρατ.: αναπηδούσα, στιγμ. μέλλ.: θα αναπηδήσω, αόρ.: αναπήδησα μτχ αναπηδώντας

  1. πηδώ ελαφρά, σκιρτώ, τινάζομαι (συνήθως από κάποιο ξάφνιασμα)


32πχ Μεταφράσεις[]